ανάγωγος

[анагогос] εκ. невоспитанный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανάγωγος" в других словарях:

  • αναγωγός — ἀναγωγός, όν (ΑΜ) [ἀνάγω] 1. αυτός που οδηγεί, που κινεί κάτι προς τα επάνω, που ανεβάζει 2. αυτός που εξυψώνει ηθικά, που μεταρσιώνει …   Dictionary of Greek

  • ἀναγωγός — bringing up masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνάγωγος — ill bred masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανάγωγος — η, ο (Α ἀνάγωγος, ον) αυτός που δεν έχει αγωγή, καλή ανατροφή, αγενής, κακοαναθρεμμένος νεοελλ. (στα Μαθηματικά για κλάσματα) αυτός που δεν επιδέχεται αναγωγή αρχ. 1. κακόγουστος, άσχημος 2. αμαθής, αμόρφωτος 3. έκλυτος, ακόλαστος 4. (για άλογα… …   Dictionary of Greek

  • ανάγωγος — η, ο 1. κακοαναθρεμμένος, αγενής: Είναι παίδι ανάγωγο. 2. (μαθημ.), αυτός που δεν απλοποιείται: Το κλάσμα αυτό είναι ανάγωγο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀναγωγότερον — ἀνάγωγος ill bred adverbial comp ἀνάγωγος ill bred masc acc comp sg ἀνάγωγος ill bred neut nom/voc/acc comp sg ἀναγωγός bringing up adverbial comp ἀναγωγός bringing up masc acc comp sg ἀναγωγός bringing up neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγωγοτάτων — ἀνάγωγος ill bred fem gen superl pl ἀνάγωγος ill bred masc/neut gen superl pl ἀναγωγός bringing up fem gen superl pl ἀναγωγός bringing up masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγωγότατον — ἀνάγωγος ill bred masc acc superl sg ἀνάγωγος ill bred neut nom/voc/acc superl sg ἀναγωγός bringing up masc acc superl sg ἀναγωγός bringing up neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγωγόν — ἀναγωγός bringing up masc/fem acc sg ἀναγωγός bringing up neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναγωγότατοι — ἀνάγωγος ill bred masc nom/voc superl pl ἀναγωγός bringing up masc nom/voc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.